Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flat-pack
01
επίπλο σε συσκευασία, επίπλο για συναρμολόγηση
a piece of furniture or equipment that is sold in parts and is delivered to the buyer in a box so that they can put it together and then use it
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flat-packs



























