Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
End table
01
τραπεζάκι, τραπεζάκι πολυθρόνας
a small table that is often situated next to a sofa or other furniture
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
end tables
Παραδείγματα
She placed her cup of coffee on the end table next to the couch.
Έβαλε το φλιτζάνι καφέ της στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ.



























