Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
X factor
01
παράγοντας X, απροσδιόριστη ποιότητα
a specific quality that is necessary for success and is not easily described
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
X factors
LanGeek



























