Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Phenom
01
φαινόμενο, θαύμα
someone or something that is successful in an outstanding way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
phenoms
LanGeek



























