Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to open doors to somebody or something
[open] doors
[open] the (door|way) to {sb/sth}
to open doors to somebody or something
01
δημιουργεί ευκαιρίες, στρώνει τον δρόμο για την επιτυχία
to create opportunities that lead to success
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
Learning English can open doors for your career.
Η εκμάθηση αγγλικών μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες στην καριέρα σου.



























