boiled egg
boiled
bɔɪld
μποϊλντ
egg
ɛg
εγκ

Ορισμός και σημασία του "boiled egg"στα αγγλικά

01

βραστό αβγό, σκληρό βραστό αβγό

an egg that has been cooked in boiling water, with both the white and yolk solidified 
boiled egg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boiled eggs
Παραδείγματα
He had a boiled egg for breakfast with toast. 

Είχε ένα βραστό αυγό για πρωινό με τοστ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store