Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moral victory
01
ηθική νίκη, ηθική επιτυχία
a defeat that ends in achieving something of high moral value
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
moral victories
LanGeek



























