Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Poor relation
01
φτωχός συγγενής, φτωχή συγγενής
someone or something that is not regarded as important, successful, or valued as others of the same group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poor relations
LanGeek



























