Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dop
01
αποτυγχάνω, δεν περνάω
* to not pass a test or an exam; to not be successful in completing a period of study at a school, university, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dop
γ΄ ενικό πρόσωπο
dops
ενεστώτα μετοχή
dopping
απλός αόριστος
dopped
παθητική μετοχή
dopped
Dop
01
ένα αλκοολούχο ποτό, ένα ποτήρι αλκοόλ
(South African) a drink, especially alcoholic
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dops
Παραδείγματα
He ordered a dop at the counter.
Παρήγγειλε ένα ντοπ στον πάγκο.
02
μια σταγόνα, λίγο
(South African) an imprecise measure of alcohol, typically a small amount or a dash
αργκό
Παραδείγματα
Just a dop of rum will do.
Μια σταγόνα ρούμι θα είναι αρκετή.



























