to cut one's losses
cut
kʌt
κατ
<i>one's</i>
wʌnz
ουανζ
losses
lɒsɪz
λοσιζ

Ορισμός και σημασία του "cut one's losses"στα αγγλικά

to cut one's losses
01

περιορίζω τη ζημιά, σταματώ πριν μεγαλώσει η ζημιά

to no longer partake in a failing business, activity, etc. to prevent further damage or losses 
to [cut] {one's} losses definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
After three bad quarters, the company decided to cut its losses and close the branch. 

Μετά από τρία κακά τρίμηνα, η εταιρεία αποφάσισε να περιορίσει τη ζημιά και έκλεισε το υποκατάστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store