Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stuffed animal
01
γουρουνάκι, μαλακό παιχνίδι
a soft, plush toy typically filled with stuffing, often resembling an animal, that is used for play, comfort, or decoration
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stuffed animals



























