joypad
joy
ˈʤɔɪ
joy
pad
pæd
pād

Ορισμός και σημασία του "joypad"στα αγγλικά

01

χειριστήριο παιχνιδιών, τζόιστικ

a handheld controller used to operate video games, usually with buttons and directional controls 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
joypads
Παραδείγματα
He used a joypad to control the game character. 

Χρησιμοποίησε ένα joypad για να ελέγξει τον χαρακτήρα του παιχνιδιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

joypad

joy

+

pad

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store