to age out
age
eɪʤ
eij
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "age out"στα αγγλικά

to age out
01

ωριμάζω, εξελίσσομαι

to mature mentally and not do certain behaviors 
to age out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
age
ενεστώτας
age out
γ΄ ενικό πρόσωπο
ages out
ενεστώτα μετοχή
aging out
απλός αόριστος
aged out
παθητική μετοχή
aged out
Παραδείγματα
As he aged out, he developed a better understanding of the complexities of life. 

Καθώς ωρίμαζε, ανέπτυξε μια καλύτερη κατανόηση των πολυπλοκότητων της ζωής.

02

ξεπεράσω την ηλικία, γίνομαι πολύ μεγάλος για να πληρώ τις προϋποθέσεις

to become too old to qualify for a specific program, service, or opportunity 
Παραδείγματα
The retirement plan allows employees to age out and start receiving benefits after a certain age. 

Το σχέδιο συνταξιοδότησης επιτρέπει στους εργαζόμενους να γερνάνε και να αρχίζουν να λαμβάνουν οφέλη μετά από μια συγκεκριμένη ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store