Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make toward
[phrase form: make]
01
κατευθύνομαι προς, προχωρώ προς
to move in the direction of someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
toward
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make toward
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes toward
ενεστώτα μετοχή
making toward
απλός αόριστος
made toward
παθητική μετοχή
made toward
Παραδείγματα
The scientist made toward the laboratory, eager to continue their research.
Ο επιστήμονας κατευθύνθηκε προς το εργαστήριο, ανυπόμονος να συνεχίσει την έρευνά του.



























