Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make toward
01
κατευθύνομαι προς, προχωρώ προς
to move in the direction of someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
toward
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make toward
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes toward
ενεστώτα μετοχή
making toward
απλός αόριστος
made toward
παθητική μετοχή
made toward
Παραδείγματα
The car made toward the exit.
Το αυτοκίνητο κινήθηκε προς την έξοδο.



























