Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay on
[phrase form: lay]
01
παρέχω, προσφέρω
to supply someone with something, particularly food or entertainment
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay on
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays on
ενεστώτα μετοχή
laying on
απλός αόριστος
laid on
παθητική μετοχή
laid on
Παραδείγματα
The festival organizers laid on a variety of entertainment for all ages.
Οι διοργανωτές του φεστιβάλ παρείχαν μια ποικιλία ψυχαγωγίας για όλες τις ηλικίες.
02
φορτώνω, επιβάλλω
to burden someone with something difficult or unpleasant
Παραδείγματα
The company laid too much of a financial burden on its employees, expecting them to pay for things that should have been covered by the company.
Η εταιρεία επέβαλε πολύ μεγάλο οικονομικό βάρος στους υπαλλήλους της, περιμένοντας από αυτούς να πληρώσουν για πράγματα που θα έπρεπε να καλύπτονται από την εταιρεία.
03
επαναλαμβάνω, επιμένω
to repeatedly say something
Παραδείγματα
The lawyer laid on the legal jargon, trying to confuse the jury.
Ο δικηγόρος χρησιμοποίησε τη νομική ορολογία, προσπαθώντας να μπερδέψει το δικαστήριο.



























