Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Social conscience
01
κοινωνική συνείδηση, κοινωνική ευαισθησία
an awareness of other people's pain and problems who have a bad condition in the society and feeling a sense of duty to take care of them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her social conscience led her to volunteer at the homeless shelter.
Η κοινωνική της συνείδηση την οδήγησε να εργαστεί εθελοντικά στο καταφύγιο αστέγων.



























