to go in with
go
gəʊ
gew
in
ɪn
in
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "go in with"στα αγγλικά

to go in with
01

συνεργάζομαι με, συνεταιρίζομαι με

to form a partnership or collaboration with someone or a group for a common purpose 
to go in with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes in with
ενεστώτα μετοχή
going in with
απλός αόριστος
went in with
παθητική μετοχή
gone in with
Παραδείγματα
The artists are looking to go in with a gallery for their upcoming exhibition. 

Οι καλλιτέχνες ψάχνουν να συνεργαστούν με μια γκαλερί για την επερχόμενη έκθεσή τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store