Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go in with
01
συνεργάζομαι με, συνεταιρίζομαι με
to form a partnership or collaboration with someone or a group for a common purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes in with
ενεστώτα μετοχή
going in with
απλός αόριστος
went in with
παθητική μετοχή
gone in with
Παραδείγματα
Last year, they went in with a charity organization to build a school in a remote village.
Πέρυσι, συνεργάστηκαν με μια φιλανθρωπική οργάνωση για να χτίσουν ένα σχολείο σε ένα απομακρυσμένο χωριό.



























