Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get off on
[phrase form: get]
01
βρίσκω ευχαρίστηση σε, απολαμβάνω
to find excitement, pleasure, or satisfaction in a particular activity or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off on
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get off on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets off on
ενεστώτα μετοχή
getting off on
απλός αόριστος
got off on
παθητική μετοχή
gotten off on
Παραδείγματα
He seemed to get off on collecting rare stamps as a hobby.
Φαινόταν να βρίσκει ευχαρίστηση στη συλλογή σπάνιων γραμματοσήμων ως χόμπι.



























