to get in with
get
gɛt
get
in
ɪn
in
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "get in with"στα αγγλικά

to get in with
01

κάνω καλές σχέσεις με, κερδίζω την εμπιστοσύνη

to develop a positive relationship or connection with someone or a group, typically to gain their approval, favor, or influence 
to get in with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets in with
ενεστώτα μετοχή
getting in with
απλός αόριστος
got in with
παθητική μετοχή
gotten in with
Παραδείγματα
He wanted to get in with the senior executives to advance his career. 

Ήθελε να κάνει καλές σχέσεις με τους ανώτερους εκτελεστικούς για να προωθηθεί στην καριέρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store