to get in with
Pronunciation
/ɡˈɛt ɪn wɪð/

Ορισμός και σημασία του "get in with"στα αγγλικά

to get in with
[phrase form: get]
01

κάνω καλές σχέσεις με, κερδίζω την εμπιστοσύνη

to develop a positive relationship or connection with someone or a group, typically to gain their approval, favor, or influence
to get in with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets in with
ενεστώτα μετοχή
getting in with
απλός αόριστος
got in with
παθητική μετοχή
gotten in with
Παραδείγματα
Building a strong online presence can help you get in with potential clients.
Η δημιουργία μιας ισχυρής διαδικτυακής παρουσίας μπορεί να σας βοηθήσει να έχετε καλές σχέσεις με πιθανούς πελάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store