Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get in with
[phrase form: get]
01
κάνω καλές σχέσεις με, κερδίζω την εμπιστοσύνη
to develop a positive relationship or connection with someone or a group, typically to gain their approval, favor, or influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get in with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets in with
ενεστώτα μετοχή
getting in with
απλός αόριστος
got in with
παθητική μετοχή
gotten in with
Παραδείγματα
Building a strong online presence can help you get in with potential clients.
Η δημιουργία μιας ισχυρής διαδικτυακής παρουσίας μπορεί να σας βοηθήσει να έχετε καλές σχέσεις με πιθανούς πελάτες.



























