Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crack on
[phrase form: crack]
01
συνεχίζω, προχωρώ
to continue with a task or activity, especially with determination or enthusiasm
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
crack
ενεστώτας
crack on
γ΄ ενικό πρόσωπο
cracks on
ενεστώτα μετοχή
cracking on
απλός αόριστος
cracked on
παθητική μετοχή
cracked on
Παραδείγματα
Following the coffee break, the employees were motivated to crack on and finish the important presentation.
Μετά το διάλειμμα για καφέ, οι υπάλληλοι ήταν παρακινημένοι να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν τη σημαντική παρουσίαση.



























