Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come from
[phrase form: come]
01
προέρχομαι από, είμαι καταγωγής από
to have been born in a specific place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come from
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes from
ενεστώτα μετοχή
coming from
απλός αόριστος
came from
παθητική μετοχή
come from
Παραδείγματα
The renowned author comes from a bustling metropolis and draws inspiration from its energy.
Ο διακεκριμένος συγγραφέας προέρχεται από μια πολυσύχναστη μητρόπολη και αντλεί έμπνευση από την ενέργειά της.
02
προέρχομαι από, έρχομαι από
(of something) to originate from a particular place
Παραδείγματα
The tradition of storytelling comes from ancient cultures.
Η παράδοση της αφήγησης ιστοριών προέρχεται από αρχαίους πολιτισμούς.



























