Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come from
01
προέρχομαι από, είμαι καταγωγής από
to have been born in a specific place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come from
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes from
ενεστώτα μετοχή
coming from
απλός αόριστος
came from
παθητική μετοχή
come from
Παραδείγματα
I come from a small village in the mountains.
Κατάγομαι από ένα μικρό χωριό στα βουνά.
02
προέρχομαι από, έρχομαι από
(of something) to originate from a particular place
Παραδείγματα
The inspiration for his artwork comes from nature.
Η έμπνευση για το έργο τέχνης του προέρχεται από τη φύση.



























