to come from
come
kʌm
kam
from
frɒm
from

Ορισμός και σημασία του "come from"στα αγγλικά

to come from
01

προέρχομαι από, είμαι καταγωγής από

to have been born in a specific place 
to come from definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come from
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes from
ενεστώτα μετοχή
coming from
απλός αόριστος
came from
παθητική μετοχή
come from
Παραδείγματα
I come from a small village in the mountains. 

Κατάγομαι από ένα μικρό χωριό στα βουνά.

02

προέρχομαι από, έρχομαι από

(of something) to originate from a particular place 
to come from definition and meaning
Παραδείγματα
The inspiration for his artwork comes from nature. 

Η έμπνευση για το έργο τέχνης του προέρχεται από τη φύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store