Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to win out
[phrase form: win]
01
επικρατώ με δυσκολία, νικώ
to succeed with great difficulty
Intransitive
Transitive: to win out sth
Παραδείγματα
The team struggled but eventually won the game out in the last minutes.
Η ομάδα αγωνίστηκε αλλά τελικά κέρδισε το παιχνίδι τα τελευταία λεπτά.
02
υπερισχύω, νικώ
(of an emotion or action) to be in control and very strong at the moment
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
win
ενεστώτας
win out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wins out
ενεστώτα μετοχή
winning out
απλός αόριστος
won out
παθητική μετοχή
won out
Παραδείγματα
Compassion often wins out, fostering better understanding among people.
Η συμπόνια συχνά υπερισχύει, ενισχύοντας την καλύτερη κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων.



























