Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to win out
01
επικρατώ με δυσκολία, νικώ
to succeed with great difficulty
Intransitive
Transitive: to win out sth
Παραδείγματα
She had to win the trust of her colleagues out after a series of misunderstandings.
Έπρεπε να κερδίσει με δυσκολία την εμπιστοσύνη των συναδέλφων της μετά από μια σειρά παρεξηγήσεων.
02
υπερισχύω, νικώ
(of an emotion or action) to be in control and very strong at the moment
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
win
ενεστώτας
win out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wins out
ενεστώτα μετοχή
winning out
απλός αόριστος
won out
παθητική μετοχή
won out
Παραδείγματα
Love and understanding should always win out over hatred and resentment.
Η αγάπη και η κατανόηση πρέπει πάντα να υπερισχύουν του μίσους και της πικρία.



























