Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tune into
01
συντονίζομαι σε, αρχίζω να ακούω
to start listening to or watching a specific program by adjusting the radio or television
Transitive: to tune into a program or station
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
tune
ενεστώτας
tune into
γ΄ ενικό πρόσωπο
tunes into
ενεστώτα μετοχή
tuning into
απλός αόριστος
tuned into
παθητική μετοχή
tuned into
Παραδείγματα
We should tune into the live broadcast of the music concert.
Πρέπει να ρυθμίσουμε στη ζωντανή μετάδοση της μουσικής συναυλίας.



























