to test out
test
tɛst
test
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "test out"στα αγγλικά

to test out
01

δοκιμάζω, ελέγχω

to try a new theory in real situations to see how well it works or gather feedback 
to test out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
test
ενεστώτας
test out
γ΄ ενικό πρόσωπο
tests out
ενεστώτα μετοχή
testing out
απλός αόριστος
tested out
παθητική μετοχή
tested out
Παραδείγματα
Before implementing it company-wide, he decided to test the new software out. 

Πριν την εφαρμογή του σε ολόκληρη την εταιρεία, αποφάσισε να δοκιμάσει το νέο λογισμικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store