Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tail away
[phrase form: tail]
01
εξασθενώ, μειώνομαι σταδιακά
to gradually diminish in quantity, intensity, or level over time
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
tail
ενεστώτας
tail away
γ΄ ενικό πρόσωπο
tails away
ενεστώτα μετοχή
tailing away
απλός αόριστος
tailed away
παθητική μετοχή
tailed away
Παραδείγματα
The popularity of the trend eventually tailed away.
Η δημοτικότητα της τάσης τελικά ξεθώριασε σταδιακά.



























