Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to summon up
01
επικαλούμαι, ξυπνώ αναμνήσεις
to bring forth a memory or image, causing one to remember or think about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
summon
ενεστώτας
summon up
γ΄ ενικό πρόσωπο
summons up
ενεστώτα μετοχή
summoning up
απλός αόριστος
summoned up
παθητική μετοχή
summoned up
Παραδείγματα
The smell of freshly baked cookies summoned up memories of holidays with family.
Η μυρωδιά των φρεσκοψημένων μπισκότων επανέφερε αναμνήσεις από διακοπές με την οικογένεια.
02
αντλώ από μέσα μου, βρίσκω στον εαυτό μου
to make a deliberate effort to find and use a particular quality within oneself in order to accomplish a task
Παραδείγματα
Trying to impress the audience, the speaker summoned confidence up from within.
Προσπαθώντας να εντυπωσιάσει το κοινό, ο ομιλητής επικαλέστηκε την αυτοπεποίθηση από μέσα του.



























