Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stumble on
01
συμβαίνω πάνω σε, ανακαλύπτω τυχαία
to find something or someone unexpectedly
Transitive: to stumble on sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
stumble
ενεστώτας
stumble on
γ΄ ενικό πρόσωπο
stumbles on
ενεστώτα μετοχή
stumbling on
απλός αόριστος
stumbled on
παθητική μετοχή
stumbled on
Παραδείγματα
While hiking in the woods, we stumbled on an old abandoned cabin.
Κατά τη διάρκεια του πεζοπορικού μας στο δάσος, συναντήσαμε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο καλύβα.



























