to storm out
Pronunciation
/stˈoːɹm ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "storm out"στα αγγλικά

to storm out
[phrase form: storm]
01

βγαίνω θυμωμένος, φεύγω χτυπώντας την πόρτα

to abruptly and angrily leave a place
to storm out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
storm
ενεστώτας
storm out
γ΄ ενικό πρόσωπο
storms out
ενεστώτα μετοχή
storming out
απλός αόριστος
stormed out
παθητική μετοχή
stormed out
Παραδείγματα
When he heard the offensive comment, he immediately stormed out of the conversation.
Όταν άκουσε το προσβλητικό σχόλιο, έφυγε θυμωμένα αμέσως από τη συζήτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store