Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to storm out
01
βγαίνω θυμωμένος, φεύγω χτυπώντας την πόρτα
to abruptly and angrily leave a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
storm
ενεστώτας
storm out
γ΄ ενικό πρόσωπο
storms out
ενεστώτα μετοχή
storming out
απλός αόριστος
stormed out
παθητική μετοχή
stormed out
Παραδείγματα
During the heated debate, tensions escalated, and one participant decided to storm out in protest.
Κατά τη διάρκεια της έντονης συζήτησης, οι εντάσεις κλιμακώθηκαν και ένας συμμετέχων αποφάσισε να φύγει θυμωμένα σε ένδειξη διαμαρτυρίας.



























