to shoot off
shoot
ʃu:t
shoot
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "shoot off"στα αγγλικά

to shoot off
01

φεύγω βιαστικά, ξεφεύγω

to leave in a hurry 
to shoot off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
shoot
ενεστώτας
shoot off
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoots off
ενεστώτα μετοχή
shooting off
απλός αόριστος
shot off
παθητική μετοχή
shot off
Παραδείγματα
After the argument, he shot off from the party without saying a word. 

Μετά τη διαφωνία, έφυγε βιαστικά από το πάρτι χωρίς να πει μια λέξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store