to read on 
read
ri:d
rid
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "read on "στα αγγλικά

to read on
01

συνεχίστε να διαβάζετε, προχωρήστε στην ανάγνωση

to continue reading something to discover what happens next 
Intransitive
to read on {~noun} definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
read
ενεστώτας
read on
γ΄ ενικό πρόσωπο
reads on
ενεστώτα μετοχή
reading on
απλός αόριστος
read on
παθητική μετοχή
read on
Παραδείγματα
She couldn't put the book down and decided to read on until the end. 

Δεν μπορούσε να αφήσει το βιβλίο και αποφάσισε να συνεχίσει να διαβάζει μέχρι το τέλος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store