Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bodyguard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bodyguards
Παραδείγματα
The bodyguard underwent rigorous training in self-defense and combat techniques.
Ο σωματοφύλακας υπέστη αυστηρή εκπαίδευση στην αυτοάμυνα και τις τεχνικές μάχης.
02
σωματοφύλακας, συνοδεία
a group of men who escort and protect some important person
Λεξικό Δέντρο
bodyguard
body
guard



























