Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bodyguard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bodyguards
Παραδείγματα
The celebrity's bodyguard always accompanies them to public events.
Ο σωματοφύλακας του διασημότητας τους συνοδεύει πάντα σε δημόσιες εκδηλώσεις.
02
σωματοφύλακας, συνοδεία
a group of men who escort and protect some important person
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bodyguard
body
guard



























