Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pull on
01
φορώ, τραβώ για να φορέσω
to wear a garment by pulling it over one's body without fastening it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
pull
ενεστώτας
pull on
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulls on
ενεστώτα μετοχή
pulling on
απλός αόριστος
pulled on
παθητική μετοχή
pulled on
Παραδείγματα
Feeling cold, she pulled on a cozy sweater.
Αισθανόμενη κρύο, φόρεσε ένα ζεστό πουλόβερ.
02
τραβώ, τραβήξω
to grab and tug something closer to one
Παραδείγματα
He pulled the cat on to his lap and started petting it.
Τράβηξε τη γάτα στην αγκαλιά του και άρχισε να την χαϊδεύει.
03
τραβώ, εισπνέω
to inhale smoke from a cigarette or a similar item
Παραδείγματα
In deep thought, he pulled on his cigar.
Βυθισμένος στις σκέψεις του, τράβηξε μια γουλιά από το πούρο του.



























