bodybuilder
bo
ˈbɒ
bo
dy
di
di
buil
ˌbɪl
bil
der
də
dē
boatbuilder

Ορισμός και σημασία του "bodybuilder"στα αγγλικά

01

bodybuilder, γυμναστής σωματικής διάπλασης

someone who does special exercises to develop a brawny musculature 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bodybuilders

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store