Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to open off
[phrase form: open]
01
επικοινωνεί άμεσα με, ανοίγει απευθείας σε
(of an area) to be directly accessible from another area without having to pass through an intervening space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
open
ενεστώτας
open off
γ΄ ενικό πρόσωπο
opens off
ενεστώτα μετοχή
opening off
απλός αόριστος
opened off
παθητική μετοχή
opened off
Παραδείγματα
The dining area opens off the lounge, making it convenient for serving meals.
Η τραπεζαρία ανοίγει απευθείας από το σαλόνι, κάνοντας βολική τη σερβίρισμα των γευμάτων.



























