to open off
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "open off"στα αγγλικά

to open off
01

επικοινωνεί άμεσα με, ανοίγει απευθείας σε

(of an area) to be directly accessible from another area without having to pass through an intervening space 
to open off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
open
ενεστώτας
open off
γ΄ ενικό πρόσωπο
opens off
ενεστώτα μετοχή
opening off
απλός αόριστος
opened off
παθητική μετοχή
opened off
Παραδείγματα
The living room opens off the kitchen, creating a seamless flow between the two spaces. 

Το σαλόνι ανοίγει από την κουζίνα, δημιουργώντας μια απρόσκοπτη ροή μεταξύ των δύο χώρων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store