Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to know of
[phrase form: know]
01
γνωρίζω για, έχω γνώση για
to be aware of someone or something and have some information about them, although the knowledge may be limited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
know
ενεστώτας
know of
γ΄ ενικό πρόσωπο
knows of
ενεστώτα μετοχή
knowing of
απλός αόριστος
knew of
παθητική μετοχή
known of
Παραδείγματα
They know of a reliable mechanic who can fix their car.
Αυτοί γνωρίζουν έναν αξιόπιστο μηχανικό που μπορεί να επισκευάσει το αυτοκίνητό τους.



























