Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Body suit
01
μποντί, ενιαίο στενό ρούχο
a tight-fitting clothing in one piece that covers the upper body and bottom of a woman, usually stretchy and with sleeves
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bodysuits



























