Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hit out
01
χτυπώ δυνατά, επιτίθεμαι λεκτικά
to physically or verbally attack someone or something forcefully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits out
ενεστώτα μετοχή
hitting out
απλός αόριστος
hit out
παθητική μετοχή
hit out
Παραδείγματα
He was so angry that he hit out at the wall, leaving a dent.
Ήταν τόσο θυμωμένος που χτύπησε τον τοίχο, αφήνοντας ένα βαθούλωμα.



























