to heal over
heal
ˈhi:l
hil
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "heal over"στα αγγλικά

to heal over
01

επιουλώνω, κλείνω

(of wounds) to slowly grow new skin over the injured area as part of the healing process 
to heal over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
heal
ενεστώτας
heal over
γ΄ ενικό πρόσωπο
heals over
ενεστώτα μετοχή
healing over
απλός αόριστος
healed over
παθητική μετοχή
healed over
Παραδείγματα
The cut on his knee took a few weeks to heal over completely. 

Η τομή στο γόνατό του πήρε μερικές εβδομάδες για να επιουλωθεί πλήρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store