Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to heal over
01
επιουλώνω, κλείνω
(of wounds) to slowly grow new skin over the injured area as part of the healing process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
heal
ενεστώτας
heal over
γ΄ ενικό πρόσωπο
heals over
ενεστώτα μετοχή
healing over
απλός αόριστος
healed over
παθητική μετοχή
healed over
Παραδείγματα
The cut on his knee took a few weeks to heal over completely.
Η τομή στο γόνατό του πήρε μερικές εβδομάδες για να επιουλωθεί πλήρως.



























