Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go onto
01
προχωρώ σε, συνεχίζω σε
to proceed to the next step or stage of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
onto
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes onto
ενεστώτα μετοχή
going onto
απλός αόριστος
went onto
παθητική μετοχή
gone onto
Παραδείγματα
After finishing high school, she went onto college to pursue a degree in engineering.
Μετά το λύκειο, πήγε στο πανεπιστήμιο για να ακολουθήσει πτυχίο στη μηχανική.
02
συνδέομαι σε, μπαίνω σε
to use a computer, the Internet, or a particular website for tasks such as browsing, research, or communication
Παραδείγματα
After school, the kids went onto their favorite gaming site.
Μετά το σχολείο, τα παιδιά μπήκαν στον αγαπημένο τους ιστότοπο παιχνιδιών.



























