to go onto
go
ˈgəʊ
gew
on
ɒn
on
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "go onto"στα αγγλικά

to go onto
01

προχωρώ σε, συνεχίζω σε

to proceed to the next step or stage of something 
to go onto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
onto
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes onto
ενεστώτα μετοχή
going onto
απλός αόριστος
went onto
παθητική μετοχή
gone onto
Παραδείγματα
After finishing high school, she went onto college to pursue a degree in engineering. 

Μετά το λύκειο, πήγε στο πανεπιστήμιο για να ακολουθήσει πτυχίο στη μηχανική.

02

συνδέομαι σε, μπαίνω σε

to use a computer, the Internet, or a particular website for tasks such as browsing, research, or communication 
Παραδείγματα
After school, the kids went onto their favorite gaming site. 

Μετά το σχολείο, τα παιδιά μπήκαν στον αγαπημένο τους ιστότοπο παιχνιδιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store