Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go onto
[phrase form: go]
01
προχωρώ σε, συνεχίζω σε
to proceed to the next step or stage of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
onto
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go onto
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes onto
ενεστώτα μετοχή
going onto
απλός αόριστος
went onto
παθητική μετοχή
gone onto
Παραδείγματα
Once the presentation is finished, we can go onto the Q&A session.
Μόλις ολοκληρωθεί η παρουσίαση, μπορούμε να προχωρήσουμε στην συνεδρία ερωτήσεων και απαντήσεων.
02
συνδέομαι σε, μπαίνω σε
to use a computer, the Internet, or a particular website for tasks such as browsing, research, or communication
Παραδείγματα
I need to go onto the web to book our flight tickets.
Πρέπει να μπώ στο διαδίκτυο για να κλείσω τα εισιτήρια αεροπλάνου μας.



























