Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go back over
[phrase form: go]
01
επανεξετάζω, ελέγχω ξανά
to review something in order to ensure accuracy or comprehension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back over
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go back over
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes back over
ενεστώτα μετοχή
going back over
απλός αόριστος
went back over
παθητική μετοχή
gone back over
Παραδείγματα
I 'll go back over the instructions to make sure we're following the correct procedure.
Θα εξετάσω ξανά τις οδηγίες για να βεβαιωθώ ότι ακολουθούμε τη σωστή διαδικασία.



























