Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go back over
01
επανεξετάζω, ελέγχω ξανά
to review something in order to ensure accuracy or comprehension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back over
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go back over
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes back over
ενεστώτα μετοχή
going back over
απλός αόριστος
went back over
παθητική μετοχή
gone back over
Παραδείγματα
Before submitting the report, I need to go back over the financial data to check for any errors.
Πριν υποβάλω την αναφορά, πρέπει να εξετάσω ξανά τα οικονομικά δεδομένα για να ελέγξω για τυχόν λάθη.



























