body part
bo
ˈbɒ
μπο
dy
di
ντι
part
pɑ:t
πατ

Ορισμός και σημασία του "body part"στα αγγλικά

01

μέρος του σώματος

any part of an organism such as an organ or extremity 
body part definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
body parts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store