Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do out
[phrase form: do]
01
διακοσμώ, κατασκευάζω
to decorate or arrange something, typically a place, in a particular way
Dialect
British
Transitive: to do out a place
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do out
γ΄ ενικό πρόσωπο
does out
ενεστώτα μετοχή
doing out
απλός αόριστος
did out
παθητική μετοχή
done out
Παραδείγματα
The team was eager to do out the office space to create a welcoming and inspiring environment.
Η ομάδα ήταν ανυπόμονη να διακοσμήσει τον χώρο του γραφείου για να δημιουργήσει ένα φιλόξενο και εμπνευσμένο περιβάλλον.



























